Τις ημέρες αυτές συμπληρώνεται ένας χρόνος από την επιβολή του Μνημονίου στην Ελλάδα. Ήταν αρχές Μαΐου του 2010 όταν η κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έφερνε στη Βουλή τη συμφωνία που είχε συνάψει με την Τρόικα (Δ.Ν.Τ. – Ε.Ε. – Ε.Κ.Τ.). Ζητούσε τότε την υπερψήφισή του από το νομοθετικό σώμα της χώρας με στόχο την άμεση εφαρμογή του.

Είχαν προηγηθεί αρκετοί μήνες που σημαδεύτηκαν από κυβερνητική ολιγωρία, λάθη, αστοχίες, κρυφές διαπραγματεύσεις και έντονο παρασκήνιο. Στην αρχή ο Πρωθυπουργός και τα στελέχη της κυβέρνησης συνεπαρμένοι από τη νιρβάνα της προεκλογικής ρητορικής και της νίκης στις εκλογές της 4ης Οκτωβρίου, συνέχισαν στον ίδιο ανεύθυνο δρόμο. Μοίραζαν παροχές και υποσχέσεις. Υποστήριζαν ότι θα πράξουν όλα όσα αφειδώς έταξαν προεκλογικά. Παράλληλα ξεκινούσαν την επιχείρηση συκοφάντησης της Ν.Δ. Στην πραγματικότητα όμως, ήταν κατασυκοφάντηση της ίδιας της χώρας. Όσο για μέτρα δημοσιονομικής προσαρμογής και αντιμετώπισης της κρίσης που σταθερά τους καλούσαμε να λάβουν, ούτε λόγος.

Οι επιλογές αυτές όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσαν αρνητικές αντιδράσεις στις αγορές. Το πρόβλημα του ελλείμματος μετεξελίχθηκε σταδιακά σε πρόβλημα δανεισμού. Μολονότι η κυβέρνηση μπορούσε τους πρώτους μήνες να δανειστεί με τα επιτόκια ακόμη σε χαμηλά επίπεδα, δεν το έπραξε. Προτίμησε τη διόγκωση των ελλειμμάτων νομίζοντας ότι έτσι πλήττει τη Ν.Δ. Αναλώθηκε στη συκοφάντηση των αντιπάλων της, αλλά και της ίδιας της εθνικής μας οικονομίας. Κινδυνολογούσε ασύστολα παντού με τις απόψεις περί διεφθαρμένης χώρας και τους γνωστούς Τιτανικούς.

Σε κάποια στιγμή όμως, ο καπετάνιος και οι αξιωματικοί της γέφυρας αντιλήφτηκαν ότι η τακτική τους μας έστελνε κατευθείαν στο παγόβουνο. Ο δανεισμός γινόταν καθημερινά όλο και πιο δυσβάσταχτος. Τα επιτόκια είχαν πάρει την ανηφόρα και είχαν φθάσει σε απαγορευτικά ύψη ρεκόρ.

Τότε μας προέκυψε το περίστροφο του Πρωθυπουργού. Ξεκίνησε να απειλεί με το πιστόλι στο τραπέζι, τον διεθνή παράγοντα και τις αγορές. Απέκλειε την προσφυγή στο Δ.Ν.Τ. ως μία αρνητικότατη εξέλιξη. Ανέκρουε πρίμα σχετικά με τις προεκλογικές τους υποσχέσεις και παρουσίαζε τα πρώτα προγράμματα λιτότητας. Αφού άφησε πολύτιμους μήνες να περάσουν ανεκμετάλλευτοι, πυροβόλησε το εαυτό του, με θύμα όμως τον Ελληνικό λαό. Η σοσιαλιστική κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. γονυπετούσα και παρακαλώντας προσέτρεξε στο Δ.Ν.Τ. και στην Τρόικα χωρίς καμία διαπραγμάτευση.

Η αλήθεια είναι πως το Δ.Ν.Τ. ήταν από την αρχή η πρώτη τους επιλογή. Το παραδέχθηκε δημόσια στην κρατική τηλεόραση ο ίδιος ο Υφυπουργός Οικονομικών κ. Γ. Σαχινίδης λέγοντας χαρακτηριστικά : «Όταν ανέλαβε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. τη διακυβέρνηση της χώρας, διαπίστωσε ότι η μόνη εναλλακτική επιλογή που είχε ήταν να προσφύγει στο Δ.Ν.Τ.». Όλα τα άλλα είναι κροκοδείλια δάκρυα για τα μάτια του κόσμου. Από την αρχή είχανε καταλήξει στην προσφυγή στο Δ.Ν.Τ. και απεργάζονταν τη διαδικασία και πως θα την περάσουν στον Ελληνικό λαό με τις λιγότερες δυνατές αντιδράσεις και με το μικρότερο δυνατό πολιτικό κόστος.

Η επιλογή και η συμπεριφοράς της κυβέρνησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. είχε τραγικές συνέπειες. Παραιτηθήκαν από τις ευθύνες της ηγεσίας του τόπου και μετέτρεψαν την Ελληνική κυβέρνησή ως εντολοδόχο ξένων δυνάμεων και συγκεκριμένα της Τρόικας. Οφείλω να αναγνωρίσω πως σε ένα πράγμα επιβεβαιώθηκε πλήρως ο Γ. Παπανδρέου. Όταν μιλούσε για κίνδυνο της εθνικής μας κυριαρχίας, δεν νομίζω ότι θα περίμενε ακόμη και ο ίδιος, πως μέσα σε μερικούς μόνο μήνες θα επιβεβαίωνε πλήρως τη φράση του και μάλιστα με τη δική του υπογραφή.

Έτσι φθάσαμε στο Μνημόνιο. Η κυβέρνηση αναζητούσε την ψήφο της Βουλής. Αναζητούσε συνενόχους στο έγκλημα που είχε διαπράξει με την υπογραφή του Μνημονίου. Για τον λόγο αυτό έστηνε ανάλογο σκηνικό. Το κλίμα της εποχής χαρακτηρίζονταν από έντονη φημολογία για επικείμενη χρεοκοπία της χώρας. Η τρομοκράτηση του Ελληνικού λαού ήταν καθημερινή. Οι πιέσεις προς όλες τις πολιτικές δυνάμεις και τους Βουλευτές για υπερψήφιση του Μνημονίου ήταν έντονες.

Προσωπικά πριν λάβω την οποιαδήποτε απόφαση, διάβασα σε βάθος ολόκληρο το κείμενο του Μνημονίου. Μελέτησα τις ρυθμίσεις του, τις πολιτικές που επέβαλλε και τις δεσμεύσεις που υπαγόρευε. Προσπάθησα να αναλύσω την κατάσταση και τις ανάγκες της χώρας, τις λύσεις που υποτίθεται ότι έφερνε το Μνημόνιο και κυρίως τη μελλοντική πορεία του τόπου σε περίπτωση εφαρμογής του.

Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό αποφάσισα να το καταψηφίσω. Ανεξαρτήτως κομματικών δεσμεύσεων, η προσωπική και εθνική μου συνείδηση υπαγόρευε τη συγκεκριμένη επιλογή. Οπότε όταν η Νέα Δημοκρατία κατέληξε στην ίδια στάση, ενισχύθηκε έτι περαιτέρω η βαθιά μου πεποίθηση ότι το Μνημόνιο δεν αποτελεί λύση. Αντίθετα, η επιβολή του θα είχε τρομερές, αρνητικές συνέπειες στην οικονομία και στην κοινωνία της Ελλάδας.

Ένα χρόνο μετά πορευόμαστε με βάση τις προβλέψεις του. Ένα χρόνο και ακόμη η Βουλή δεν έχει κυρώσει τη δανειακή σύμβαση με την Τρόικα. Με ευθύνη της κυβέρνησης και μολονότι έχει κατατεθεί το σχετικό σχέδιο νόμου από τον Ιούνιο του 2010, δεν έχει ακόμη συζητηθεί. Εύλογα λοιπόν τίθεται τα ερώτημα : γιατί;

Γιατί φοβάται η κυβέρνηση να φέρει τις λεόντειες αυτές συμβάσεις στη Βουλή; Μήπως φοβάται ότι θα καταδειχθούν οι υπέρογκες προμήθειες (400 εκατ. €), οι επαχθείς όροι (αγγλικό δίκαιο), το τοκογλυφικό επιτόκιο του δανείου; Μήπως φοβάται ότι θα εκπέσουν ως αντισυνταγματικές; Μήπως έχει καταλάβει πως είναι εξίσου αντισυνταγματική η δυνατότητα του Υπουργού Οικονομικών να υπογράφει διεθνείς συμβάσεις και τα επικαιροποιημένα Μνημόνια, αντί της νομοθετικής εξουσίας που προβλέπει ο Συνταγματικός χάρτης χώρας;

Τα αμείλικτα ερωτήματα για την κυβέρνηση δεν σταματούν εδώ. Γιατί δέχθηκαν με την υπογραφή του Μνημονίου, την εκχώρηση μέρους του δημόσιου χρέους σε τρίτες δυνάμεις και ουσιαστικά άνοιξαν τις κερκόπορτες σε βάρος των εθνικών μας συμφερόντων; Γιατί η Ελλάδα παραιτήθηκε αμετάκλητα και άνευ όρων από τις ασυλίες προστασίας της εθνικής κυριαρχίας; Όρος που δεν συναντάται ούτε σε αποικιοκρατικές συμβάσεις και παραβιάζει κατάφορα τη θεμελιώδη αρχή σεβασμού της κυριαρχίας και της υπόστασης του Ελληνικού κράτους.

Ένα χρόνο μετά και γίνεται καθημερινά όλο και πιο ξεκάθαρο πως οι πολιτικές που επιβάλλει το Μνημόνιο δεν σώζουν, αλλά καταδικάζουν τη χώρα και τις μελλοντικές γενεές. Βάζουν την Ελληνική οικονομία και κοινωνία σε ένα τούνελ με αβέβαιη την έξοδο. Το δημόσιο χρέος συνεχίζει να αυξάνεται, οι μισθοί και οι συντάξεις πετσοκόβονται, ο υψηλός πληθωρισμός μειώνει τα ήδη συρρικνωμένα εισοδήματα, το κοινωνικό κράτος ξεχαρβαλώνεται, η ανεργία χτυπάει κάθε οικογένεια, η ύφεση κυριαρχεί, τα λουκέτα στις επιχειρήσεις είναι καθημερινά, η κοινωνική συνοχή διασαλεύεται. Το Μνημόνιο θίγει τα συμφέροντα της εθνικής οικονομίας και κυρίως των Ελλήνων πολιτών, προς όφελος των δανειστών μας.

Ένα χρόνο μετά, η απόφασή μου να καταψηφίσω το Μνημόνιο δικαιώνεται πλήρως. Οι κατοπινές εξελίξεις και η πορεία της εθνικής μας οικονομίας το επιβεβαιώνουν. Όλο και περισσότεροι ενστερνίζονται τα επιχειρήματά που ανέπτυξα παραπάνω. Ακόμη και Βουλευτές, στελέχη του κυβερνώντος κόμματος, αρχίζουν να τα ψελλίζουν. Απομένει να το συνειδητοποιήσουν και να το παραδεχτούν ο Πρωθυπουργός και οι Υπουργοί του, αλλάζοντας ταυτόχρονα πορεία πριν είναι ακόμη πολύ αργά για την πατρίδα μας.