«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συζητάμε σήμερα στην εθνική αντιπροσωπεία την τροποποίηση του ν. 2168/1993, που αποτελεί ενσωμάτωση στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 91/477 της τέως Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας. Η τροποποίηση αυτή έρχεται, για να εναρμονίσει την ελληνική νομοθεσία με την οδηγία 2008/51/ΕΚ, που τροποποιεί την προηγούμενη συναφή οδηγία της ΕΟΚ, δηλαδή την 91/477, που προανέφερα.

Σε νομοτεχνικό επίπεδο αυτή η ανάγκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε εφαρμογή των διεθνών υποχρεώσεών της προέκυψε μετά το 2002, όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση προσχώρησε στο πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών για την καταπολέμηση του διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος.

Στο επίπεδο του ουσιαστικού δικαίου με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις αντιμετωπίζεται ο έλεγχος των όπλων και των πυρομαχικών τους, από τον κατασκευαστή μέχρι τον αγοραστή, ώστε να καταπολεμηθεί η παράνομη κατασκευή και διακίνησή τους.

Εν προκειμένω, είναι αυτονόητη από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας, τόσο η ανάγκη για την προσαρμογή της νομοθεσίας μας με την ευρωπαϊκή, όσο και η ανάγκη για την αντιμετώπιση της παράνομης διακίνησης και εμπορίας όπλων εν γένει, όπως και η θωράκιση των διαδικασιών ασφάλειας πτήσεων με προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα.

Εκτιμούμε από τη Νέα Δημοκρατία ότι σε αντίθετη περίπτωση εγκυμονούνται σοβαροί κίνδυνοι για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια, τόσο της χώρας μας, όσο και της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συμφωνήσαμε, λοιπόν, επί της αρχής κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, συνεκτιμώντας, εκτός των ανωτέρω, ότι από τις ρυθμίσεις του συζητούμενου νομοσχεδίου δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Συνεκτιμήσαμε ακόμη τη θετική κοινοβουλευτική στάση του κυρίου Υπουργού και του κυρίου Υφυπουργού κατά την επεξεργασία του νομοσχεδίου στην αρμόδια επιτροπή, που αποδέχθηκε ένα μικρό μέρος των προτάσεών μας.

Στο σημείο αυτό, κύριε Υπουργέ, έχω την υποχρέωση να καταγράψω την πολιτική άποψη ότι με πικρία θυμόμαστε τη διετία 2007-2009 –τουλάχιστον εμείς που τότε πρωτομπήκαμε στη Βουλή- όταν δεν παρουσιάστηκε ούτε μία περίπτωση από την πλευρά της τότε Αξιωματικής Αντιπολιτεύσεως να ψηφίσει έστω και ένα νομοσχέδιο, έστω και μια κύρωση διεθνούς συμβάσεως. Ειλικρινά, αυτό προξενεί θλίψη.

Σήμερα με τη στάση μας αποδεικνύουμε ότι εμείς δεν έχουμε αισθήματα ενοχής. Αποβλέπουμε μόνο στο συμφέρον του ελληνικού λαού και όπου κρίνουμε, όπως εν προκειμένω, ότι η πρωτοβουλία σας αυτή -πέρα από τις οποιεσδήποτε επισημάνσεις κάνω στη συνέχεια για ορισμένες ατέλειες ή παραλείψεις- είναι προς τη θετική κατεύθυνση, το ψηφίζουμε. Αυτό δείχνει το μέτρο της ευθύνης των πολιτικών δυνάμεων και πώς πρέπει να λειτουργούν μέσα στην κοινοβουλευτική διαδικασία.

Συγκεκριμένα, στο Κεφάλαιο Α’ στα άρθρα 1 μέχρι 8 παρατηρούμε την ευθεία νομοθετική παρέμβαση του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, στην προσπάθειά του να προσαρμοστεί με το πνεύμα της οδηγίας 51/2008 της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μιλάμε δηλαδή, για τις κυβερνητικές ρυθμίσεις σε επίπεδο ελληνικού δικαίου.

Πιο συγκεκριμένα, στο κεφάλαιο αυτό γίνεται: Πρώτον, επαναπροσδιορισμός της έννοιας του όπλου, ώστε να καταλαμβάνει για τα όπλα κρότου αερίου, αλλά και τα αγωνιστικά. Δεύτερον, προσδιορισμός των όπλων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις διοικήσεις των αεροδρομίων για λόγους ασφάλειας πτήσεων, εκδιώκοντας πτηνά. Τρίτον, προσδιορισμός της έννοιας του κυνηγητικού φυσιγγίου. Και τέταρτον, επαναπροσδιορισμός και επέκταση της έννοιας των πυρομαχικών.

Στο Κεφάλαιο Β’ επιδιώκεται η εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας με τις διατάξεις της οδηγίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης που προανέφερα, τροποποιώντας ή αντικαθιστώντας τις διατάξεις του ν. 2168/1993. Με άλλα λόγια εκεί, δηλαδή, γίνεται αντικατάσταση ή τροποποίηση κατά περίπτωση των άρθρων 517, 23, 26, 28 του ν. 2168/1993.

Στο Κεφάλαιο Γ’ εισάγεται προς ψήφιση η ρύθμιση που εξουσιοδοτεί τον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη ότι μπορεί να προβεί σε κωδικοποίηση της νομοθεσίας για όπλα με προεδρικό διάταγμα. Πλέον αυτού, στις μεταβατικές διατάξεις, παρέχει προθεσμία νομιμοποίησης για τους κατόχους περιστρόφων και πιστολιών αφέσεως, που δεν έχουν δελτίο κατοχής και χορηγεί προθεσμία απόσυρσης για τους κατόχους διαστελλομένων βλημάτων.

Αυτή είναι γενικά η δομή λειτουργίας της προτεινόμενης νομοθετικής ρύθμισης. Στο σημείο αυτό, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα ήθελα να θέσω ορισμένες επισημάνσεις από την πλευρά της Νέας Δημοκρατίας και ορισμένες επιφυλάξεις.

Πρώτη επισήμανση. Ο ν. 2168 ισχύει από το 1993. Μέσα σε δεκαοχτώ χρόνια τα δεδομένα που επέβαλαν την ψήφισή του άλλαξαν. Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν το Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη τα έλαβε υπ’όψιν του ή απλώς περιορίστηκε σε δύο-τρεις προσχηματικές αλλαγές ήσσονος σημασίας, κατά την εκτίμησή μας, αποβλέποντας μόνο στην εκπλήρωση της υποχρέωσης της χώρας να εναρμονίσει το Εθνικό Δίκαιο με την οδηγία 51/2008.

Έχω την εκτίμηση ότι το Υπουργείο –και αναφέρομαι και στη διοικητική αρχή, αλλά και την πολιτική ηγεσία- όφειλε να δει με πιο ευρύ και ορθολογιστικό πνεύμα την αναμόρφωση της υπό ψήφιση νομοθεσίας. Μόνο έτσι το νομοσχέδιο θα ήταν καθολικά –είναι εν μέρει τώρα- χρήσιμο και ωφέλιμο για τους πολίτες.

Δεύτερη επισήμανση. Δυστυχώς, κύριε Υπουργέ, ακολουθήθηκε μια οιονεί στείρα τακτική απαγορεύσεων, που εξυπηρετεί κατά το μάλλον ή ήττον τις παραμέτρους της δημόσιας τάξης και ασφάλειας. Είναι προφανές ότι επεκράτησαν κατά τη σύνταξη του νομοσχεδίου οι υπηρεσιακές απόψεις, για να κάνουν μέσω των απαγορεύσεων πιο εύκολα και πιο ήσυχα το έργο τους, τη δουλειά τους τα στελέχη του Υπουργείο και εννοώ τους ένστολους.

Πρόκειται για λανθασμένη προσέγγιση, γιατί αντιμετωπίζει χιλιάδες πολίτες, που ασχολούνται με το κυνήγι και τη σκοποβολή με καχυποψία και προκατάληψη και ως οιονεί υποψήφιους παραβάτες του νόμου. Παραβλέπει η άποψη αυτή, που έγινε δυστυχώς αποδεκτή από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου, ότι οι νόμοι θεσπίζονται για την προστασία των νομοταγών πολιτών και όχι των παρανόμων. Τους παρανόμους δεν τους ενδιαφέρει ο νόμος, τους είναι αδιάφορος. Το αποτέλεσμα που θα προκύψει είναι η διάψευση των προσδοκιών χιλιάδων πολιτών.

Επισήμανση τρίτη. Το νομοσχέδιο παραβλέπει την παράμετρο της κοινωνικής δραστηριότητας, που σχετίζεται με το άθλημα της σκοποβολής και με το κυνήγι. Χιλιάδες Έλληνες πολίτες ασχολούνται και ενδιαφέρονται γι’ αυτές τις κοινωνικές δράσεις. Με τη μονοσήμαντη απαγορευτική φιλοσοφία του νομοσχεδίου δεν στηρίζεται επαρκώς το άθλημα της σκοποβολής και δημιουργούνται αδικαιολόγητα προσκόμματα στην άσκηση της κυνηγετικής δραστηριότητας. Η παράνομη οπλοκατοχή και εμπορία μπορούν να καταπολεμηθούν και με την καλλιέργεια του αθλητικού πνεύματος και τη στήριξη των ολυμπιακών αθλημάτων, όπως είναι η σκοποβολή. Πρέπει η πολιτεία επιτέλους, να εμπιστευθεί τους σκοπευτές και τους κυνηγούς και να στηρίξει τους συλλογικούς φορείς που τους εκπροσωπούν.

Επισήμανση τέταρτη. Η ρύθμιση παραβλέπει την παράμετρο της εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς και της εν γένει οικονομικής δραστηριότητας. Υπάρχουν, κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, χίλιες πεντακόσιες μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις βιοτεχνών και εμπόρων κυνηγετικών ειδών, που απασχολούν περίπου τρεισήμισι χιλιάδες εργαζόμενους, σε υγιείς κατά κανόνα επιχειρήσεις, ακόμα και με εξαγωγικές δραστηριότητες.

Διαμαρτύρονται όλοι αυτοί και ζητούν βελτίωση του νόμου, γιατί οι απαγορεύσεις του νομοσχεδίου ακυρώνουν την οποιαδήποτε προσπάθεια παραγωγής αυτών των ειδών στην Ελλάδα. Δεν δίδονται κίνητρα και τα πάντα εισάγονται. Δυσχεραίνουν την οποιαδήποτε εξαγωγική δραστηριότητα με τις χρονοβόρες από τρεις έως πέντε μήνες εγκρίσεις αδειών εξαγωγής. Ήδη, χάθηκε η αγορά των Βαλκανίων από τους Τούρκους και τους Ισπανούς ανταγωνιστές μας.

Επισημαίνουμε την έλλειψη πρόνοιας του νομοσχεδίου σε ό,τι αφορά το επάγγελμα του οπλουργού. Καμμία πρόνοια δεν έχει ληφθεί μέσα στο νομοσχέδιο. Η οπλουργία είναι ένα δυναμικό επάγγελμα, το οποίο εξυπηρετεί όλες αυτές τις δράσεις.

Ζητήσαμε ενημέρωση για τη διάταξη του άρθρου 5, παράγραφος 4, του ν.2168, που αναφέρεται στη λειτουργία των ελληνικών βιομηχανιών. Αναφέρομαι στην ΠΥΡΚΑΛ. Τα προϊόντα της ΠΥΡΚΑΛ είναι από τα καλύτερα σε ποιότητα στον κόσμο. Γιατί να μη διατίθενται και στην εγχώρια αγορά, τόσο σε αθλητικά σωματεία, όσο και σε εμπόρους; Γιατί τα πάντα θα πρέπει να εισάγονται μέσω τρίτων χωρών; Αν αυτό συμβαίνει, είναι απαράδεκτο.

Ζητήσαμε ενημέρωση, κύριε Υπουργέ και από σας και από τον συναρμόδιο Υφυπουργό Εθνικής Άμυνας. Απάντηση, δυστυχώς, ακόμη δεν έχουμε λάβει.

Πέμπτη επισήμανση. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ν.2168, που δεν τροποποιείται, δεν επιτρέπεται η γόμωση και η αναγόμωση φυσιγγίων από αθλητές σκοποβολής και σωματεία σκοποβολής. Επίσης, απαγορεύεται η αναγόμωση κυνηγετικών φυσιγγίων. Είναι ρητή η διάταξη του νόμου. Σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη επιτρέπεται η γόμωση και αναγόμωση φυσιγγίων.

Σας ζητήσαμε στην επιτροπή να δείτε το θέμα θετικά. Η κατάργηση της απαγόρευσης της αναγόμωσης θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα και τις δυνατότητες των αθλητών της σκοποβολής, που σε κάθε περίπτωση υπηρετούν ολυμπιακά αθλήματα. Αυτό θα μειώσει πλέον και το κόστος λειτουργίας των αθλητικών σωματείων.

Τέλος, με την κατάργηση της απαγόρευσης αναγόμωσης κυνηγετικών φυσιγγίων θα προκύψουν θετικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις, θετικές οικονομικές επιπτώσεις και θετικές κοινωνικές επιπτώσεις. Διερωτώμαι γιατί δεν αποδέχεστε αυτή την πρόταση, που έχω την αίσθηση ότι το σύνολο σχεδόν των Βουλευτών της επιτροπής, που συμμετείχαν θετικά και γόνιμα στο διάλογο, σας κατέθεσαν.

Έκτη παρατήρηση. Σας κάναμε μια πρόταση για την τροποποίηση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 21, του ν.2168/1993, σε ό,τι αφορά την παράνομη κατοχή όπλου, όπου αναφέρεται ότι όποιος κατέχει παράνομα όπλα κ.λπ., παραμένει ατιμώρητος αν παραδώσει αυτά σε αστυνομική αρχή μέσα σε τέσσερις μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Έχει περάσει αυτή η προθεσμία.

Η πρόταση που σας έκανα στην επιτροπή ήταν η εξής:          Θα έπρεπε να δοθεί μια δεύτερη ισόχρονη, τετράμηνη προθεσμία, υπό την αίρεση και την αιτιολογία ότι αν κάποιος δικαιούται νομίμως άδεια οπλοφορίας, να μπορεί να νομιμοποιήσει το όπλο, το οποίο κατέχει σήμερα. Πρόκειται για μια ευκαιρία νομιμοποίησης και ελέγχου χιλιάδων παρανόμων όπλων. Και αναφέρομαι σε νομοταγείς Έλληνες πολίτες, όχι σε παράνομους.

Έχω την εντύπωση ότι αυτά δεν γίνονται αποδεκτά από μια στείρα προσέγγιση κάποιων υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που λειτουργούν στη λογική των απαγορεύσεων.

Η έβδομη παρατήρηση αφορά τους κατόχους κυνηγετικών όπλων, που δεν έχουν δελτία κατοχής. Είναι θετικό το γεγονός ότι ο κύριος Υπουργός –το ανέφερα και στην αρχή της ομιλίας μου- αποδέχτηκε τις προτάσεις όλων μας και ρύθμισε το θέμα με την προσθήκη των παραγράφων 6 και 7 στο άρθρο 10. Είχα σημειώσει να σας πω ότι θα ήταν σκόπιμο να λάβετε υπόψη σας και τις παρατηρήσεις της Επιστημονική Υπηρεσίας της Βουλής. Είδα όμως ότι το έχετε κάνει ήδη, βάζοντας διάταξη στο άρθρο 8 του σχετικού νόμου.

Απλώς, η Επιστημονική Υπηρεσία της Βουλής είχε βάλει και μια άλλη παρατήρηση: Επειδή η διάταξη που φέρατε έχει την έννοια της εξάλειψης του αξιοποίνου, θα έπρεπε αυτή να είναι συμβατή με τη ρύθμιση 384 του Ποινικού Κώδικα. Έχω την αίσθηση ότι πρέπει να γίνει μια νομοτεχνική βελτίωση μέχρι το πέρας της συζήτησης. Είναι εξαιρετικά εύστοχη η παρατήρηση της Επιστημονικής Υπηρεσίας της Βουλής.

Η όγδοη παρατήρησή μου αναφέρεται στην πρόταση για αγορά και νόμιμη κατοχή όπλου. Να μην αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση άδειας θήρας.

Με άλλα λόγια, όποιος εκδίδει νομίμως άδεια θήρας, να μπορεί να κυνηγά με οποιοδήποτε νόμιμο κυνηγετικό όπλο.

Γιατί δεν το ρυθμίζετε αυτό; Γιατί μπαίνετε στη διάταξη η οποία υπάρχει μέσω της Αστυνομίας, να ισχύει για τρία χρόνια και να υπόκειται σε συνεχή ταλαιπωρία; Δώστε αυτήν τη δυνατότητα. Αφού κάποιος έχει νόμιμη άδεια θήρας, αν υπάρχει νόμιμο όπλο του πατέρα του, του γιου του, του αδελφού του, να πηγαίνει να κυνηγάει.

Παρατήρηση ένατη: Σας κάναμε μία πρόταση, τα σκοπευτικά όπλα να εξαιρεθούν από τις διατάξεις του συγκεκριμένου νόμου. Θα μπορούσατε με κοινή υπουργική απόφαση –έχω την εντύπωση ότι θα τοποθετηθείτε στην ομιλία σας- μεταξύ υμών και του Υπουργείου Πολιτισμού να λυθεί το θέμα ποια όπλα είναι τα σκοπευτικά και κάτω από ποιους όρους και προϋποθέσεις μπορεί να υπάρχει νόμιμη κατοχή και χρήση.

Παρατήρηση δέκατη: Με τη διάταξη του άρθρου 11 προβλέπεται ότι ο Υπουργός Προστασίας του Πολίτη μπορεί –το ανέφερα- με προεδρικό διάταγμα να κωδικοποιήσει σε ενιαίο κείμενο τη νομοθεσία για την απόκτηση και κατοχή όπλου.

Εκτιμώ, κύριε Υπουργέ, ότι επιβάλλεται να προβλεφθεί η υποχρέωση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη να επιμεληθεί την κωδικοποίηση της σχετικής νομοθεσίας. Γιατί να αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια; Διορθώστε το. Δεν αναφέρεται σ’ εσάς. Σε όλους τους Υπουργούς αναφέρεται. Να υπάρχει υποχρέωση. Φυσικά, αυτό πρέπει να συμβεί έπειτα από διάλογο με τους συλλογικούς φορείς που εκπροσωπούν τους σκοπευτές, τους κυνηγούς και τους επαγγελματοβιοτέχνες του χώρου, λαμβάνοντας υπόψη, βέβαια, και τη νομολογία του Αρείου Πάγου και του Συμβουλίου της Επικρατείας, που είναι πλουσιοτάτη και το γεγονός ότι οι προϋφιστάμενοι νόμοι, τα προεδρικά διατάγματα, οι δεκάδες υπουργικές αποφάσεις, και οι αστυνομικές διατάξεις δεν διασφαλίζουν το αίσθημα δικαίου των Ελλήνων πολιτών.

Η πάταξη της γραφειοκρατίας και η ουσιαστική εναρμόνιση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία διασφαλίζουν και τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά και το κράτος – δικαίου.

Κλείνοντας, κύριε Πρόεδρε, θα ήθελα να αναφερθώ σε μία ακόμη βασική επισήμανση, την οποία θεωρώ κύρια και μεγίστης σημασίας και προσωπικά και για λογαριασμό της Νέας Δημοκρατίας.

Η σημερινή νομοθετική πρωτοβουλία της Κυβέρνησης δεν καλύπτει, ως όφειλε, το μέγα θέμα της παράνομης εμπορίας και κυκλοφορίας χιλιάδων παρανόμων όπλων. Αν αυτό συνδυαστεί με το μέγα πρόβλημα της αύξησης της εγκληματικότητας, τόσο ποιοτικά, όσο και ποσοτικά, τότε είμαι βέβαιος ότι θα συνειδητοποιήσετε την αδήριτη ανάγκη για άμεση λήψη μέτρων από την πλευρά της Κυβέρνησης.

Σας καλούμε, λοιπόν, καλοπίστως και σας προσκαλούμε να το πράξετε άμεσα και κατά απόλυτη προτεραιότητα. Αυτή πρέπει να είναι η απόλυτη προτεραιότητα της Κυβέρνησής σας και εν προκειμένω του Υπουργείου, του οποίου εσείς ηγείσθε.

Σας καλούμε, τέλος –και με αυτό κλείνω, αγαπητέ κύριε Πρόεδρε- να επιμεληθείτε άμεσα τον ριζικό και από μηδενική βάση εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας σε ό,τι αφορά: Πρώτον, τα αθλήματα σκοποβολής, σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού. Δεύτερον, την κυνηγετική δραστηριότητα, σε συνεργασία με το Υπουργείο Περιβάλλοντος. Τρίτον, τις επιχειρήσεις εμπορίας και κατασκευής κυνηγετικών ειδών, σε συνεργασία με το Υπουργείο Ανάπτυξης.

Εκτιμούμε ότι έχετε την υποχρέωση να το πράξετε αυτό, διότι ειλικρινά εγώ θα είμαι σε πολύ δύσκολη θέση να υποστηρίξω πάλι από αυτό το Βήμα, όπως το έπραξα σε προηγούμενη συνεδρίαση της Ολομελείας, ότι πρέπει επιτέλους να κυβερνήσετε αυτόν τον τόπο».