«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, δεν φιλοδοξώ στα πλαίσια της δεκαπεντάλεπτης εισήγησής μου να σας καταστήσω κοινωνούς και μύστες ενός τεράστιου σκανδάλου, ενός σκανδάλου πολιτικού, οικονομικού, ενός σκανδάλου της εξουσίας. Θα προσπαθήσω λοιπόν, έτσι όπως το λέει και ο Κανονισμός, να κάνω ορισμένες επισημάνσεις κυρίως πολιτικού χαρακτήρα για το πλαίσιο κάτω από το οποίο κληθήκαμε να ανταποκριθούμε στην ομόφωνη απόφαση της Βουλής των Ελλήνων.

Η πρώτη παρατήρηση που έχω να κάνω είναι για λογαριασμό του εαυτού μου και του κόμματος το οποίο έχω την τιμή να εκπροσωπώ αυτή τη στιγμή, ότι από την ανακοίνωση της τοποθέτησής μας στην Εξεταστική Επιτροπή μέχρι και σήμερα που κουβεντιάζεται το πόρισμα στη Βουλή των Ελλήνων, προσωπικά εγώ αλλά και όλοι οι συνάδελφοί μου δεν δεχτήκαμε καμία μα καμία παρέμβαση από την κομματική ηγεσία του κόμματός μας. Θεωρώ τίτλο τιμής και για το κόμμα μου και για το πολιτικό σύστημα το ότι λειτουργήσαμε με γνώμονα τον όρκο μας, τη συνείδησή μας και την οφειλόμενη προσήλωσή μας στην εφαρμογή του Συντάγματος και των νόμων. Αυτό μπορεί να προκαταλάβει και κάποιες μεμονωμένες φωνές οι οποίες θέλουν να δημιουργήσουν την εικόνα ότι υπήρξε υποτιθέμενη πολιτική συναλλαγή για τη σύνταξη του πορίσματος.

Θέλω να σας πω λοιπόν ότι η ιστορία αυτή η οποία ξεκίνησε ύστερα από την πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού της χώρας, του κυρίου Παπανδρέου, και την οποία απεδέχθησαν και οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί, από την αφετηρία της είχε ένα έλλειμμα. Εδώ, στο Βήμα της Βουλής, θα πρέπει να αρθρώνουμε λόγο αληθείας. Είχε ένα έλλειμμα σε ότι αφορά τη νομική διάσταση του πράγματος. Είχε ένα έλλειμμα το οποίο με δύο απλές λέξεις λέει ότι το γνώριζε ή όφειλε να το γνωρίζει ο κ. Πρωθυπουργός όταν έπαιρνε την πρωτοβουλία για την εκκαθάριση κάποιων εκκρεμών σκανδάλων όπως της SIEMENS, όπως του Χρηματιστηρίου (όπου ακόμα περιμένουμε τη επικοινωνιακή σύσταση εξεταστική επιτροπής) ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει διότι υπήρχαν συγκεκριμένες –εννοώ από νομικής και συνταγματικής πλευράς απαγορευτικές διαδικασίες για τη νόμιμη εκκαθάριση του σκανδάλου.

Εκεί λοιπόν μας μπαίνει ο πειρασμός να σκεφτούμε ότι 19 άνθρωποι βρεθήκαμε «στο μάτι του κυκλώνα». Βρεθήκαμε λοιπόν μπροστά στο ενδεχόμενο να γίνουμε το άλλοθι του πολιτικού συστήματος. Βρεθήκαμε μπροστά στον κίνδυνο να μας κατηγορήσουν για συγκάλυψη ή για ανικανότητα.

Τίποτα απ’ αυτά δεν έγινε. Με κριτήρια και γνώμονα αυτά τα οποία σας ανέφερα νωρίτερα, προσπαθήσαμε να κάνουμε καλά τη δουλειά μας και την κάναμε καλά. Δεν πιστεύω ότι το πόρισμα της Εξεταστικής δίνει όλες τις απαντήσεις έτσι όπως απαιτεί ο Ελληνικός λαός. Όμως έγινε μία τεράστια προσπάθεια και παράχθηκε ένα πολύτιμο έργο για την ανεύρεση της αλήθειας των πραγματικών περιστατικών.

Αυτό το πόρισμα –θα χρησιμοποιήσω έναν όρο που δεν ξέρω αν είναι δόκιμος- είναι πόρισμα-πλαίσιο, ένα πόρισμα το οποίο θα πρέπει να συνοδευτεί από άλλες 7 ή 9 Εξεταστικές ή Προανακριτικές Επιτροπές για θέματα όπως είναι ο ΟΣΕ, ο ΟΤΕ, τα PATRIOT, τα εξοπλιστικά, τα υποβρύχια, η υγεία, το C4I.

Παρά ταύτα λοιπόν έγινε αυτή η πολύ σοβαρή προσπάθεια η οποία θα πρέπει να συνεχιστεί. Δεν γίνεται διαφορετικά. Θα πρέπει να συνεχιστεί γιατί όλη αυτή η ιστορία γίνεται μέσα σε ένα συγκεκριμένο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον. Ποιο είναι το κυρίαρχο σημείο το οποίο το χαρακτηρίζει; Είναι ότι συνεπεία όλων αυτών των σκανδάλων που γνωρίζουμε όλοι και τα οποία δηλητηριάζουν την πολιτική ζωή του τόπου, έχει τρωθεί βάναυσα το κοινό περί δικαίου αίσθημα του ελληνικού λαού.

Υπάρχει υποχρέωση, λοιπόν, του πολιτικού συστήματος να δοθεί μια διέξοδος. Και η διέξοδος αυτή ξεκινάει από τη Βουλή, ξεκινάει από μια βασική και στέρεη βάση: την επανάκτηση του κώδικα αξιών της ελληνικής κοινωνίας την οποία έχουμε την τιμή και την υποχρέωση να θωρακίσουμε πρώτα στο Εθνικό Κοινοβούλιο. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να απομονωθούν όλες εκείνες οι ιδιοτελείς φωνές που έχουν προνομιακή σχέση με τη νομή της εξουσίας διαχρονικά, οι ιδιοτελείς φωνές που ανήκουν στις κομματικές ελίτ των κομμάτων που διαχειρίζονται προνομιακά την εξουσία και δεν έχουν καμία σχέση με το μεγάλο μέρος των Βουλευτών του Ελληνικού Κοινοβουλίου οι οποίοι δεν άσκησαν κατά το παρελθόν ούτε ασκούν σήμερα εξουσία. Αυτές οι μειοψηφίες που θέλουν να κάνουν συμμέτοχους των προβλημάτων τα οποία δημιούργησαν από την άσκηση εξουσίας, το σύνολο των αντιπροσώπων του λαού, είναι απαράδεκτο και δεν πρέπει να το επιτρέψουμε.

Είναι κάποιες αλήθειες, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, που πρέπει να λεχθούν απ’ αυτό το Βήμα. Η διέξοδος λοιπόν σ’ αυτή τη στέρεη βάση που ανέφερα νωρίτερα θα πρέπει να είναι θεσμική, θα πρέπει να είναι συγκροτημένη, θα πρέπει να είναι πολιτική. Θα πρέπει να είναι μέσα στα πλαίσια λειτουργίας της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Δεν μπορεί να βρεθεί λύση κονταροχτυπώντας ο ένας τον άλλον, ούτε στα πλαίσια του ανταγωνισμού ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Νέας Δημοκρατίας, ούτε αν θέλετε και από την πλευρά των κομμάτων της ελάσσονος αντιπολίτευσης να θεωρήσουν ότι αυτό είναι πρόβλημα της διακομματικής κυβέρνησης της Ελλάδας, του διπολισμού δηλαδή μεταξύ ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Νέας Δημοκρατίας. Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Δεν φταίνε τα συστήματα. Οι άνθρωποι φταίνε. Αν δημιουργήθηκε κράτος παρακμής, αν υπάρχει πίσω της βάση παρακμής στην ελληνική κοινωνία, είναι αυτό που δημιουργεί το πρόβλημα. Χρέος είναι να το απομονώσουμε.

Το πολιτικό, λοιπόν, αυτό περιβάλλον που έχει δημιουργηθεί θέλει μια διέξοδο. Και η διέξοδος αυτή που έχει δημιουργηθεί, αγαπητέ κύριε Υπουργέ που εκπροσωπείτε την Κυβέρνηση πρέπει να δημιουργήσει δυο σταθερές βάσεις στην ελληνική κοινωνία.

Η πρώτη είναι η σταθερότητα και η δεύτερη είναι η ασφάλεια που πρέπει να δώσουμε στην Ελληνική κοινωνία και στους Έλληνες πολίτες.

Η σταθερότητα και η ασφάλεια δεν λύνονται με ευχολόγια. Επιτυγχάνεται με συγκεκριμένους τρόπους. Ο πρώτος τρόπος για μένα είναι η με βάση το Σύνταγμα δέσμευση και της Κυβέρνησης και των κομμάτων της Αντιπολίτευσης για την τήρηση των συνταγματικών ρυθμίσεων σε ότι αφορά τη διενέργεια των εκλογών που πρέπει να γίνονται κάθε 4 χρόνια. Είναι απαράδεκτο αυτό που γίνεται σήμερα εδώ, να εκβιάζεται δηλαδή για κομματικούς λόγους το πολιτικό σύστημα από τον Πρωθυπουργό.

Υπάρχει μια δεύτερη παρατήρηση για το τρωθέν περί δικαίου αίσθημα του ελληνικού λαού. Θέλει διέξοδο με την κάθαρση των σκανδάλων. Δεν γίνεται διαφορετικά. Δεν χρειάζονται συναισθηματισμοί. Και εκεί είναι κυρίαρχος ο ρόλος των κομμάτων.

Προχωρώ λίγο περισσότερο για να ισχυριστώ το εξής: ποιο είναι το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας των εξεταστικών επιτροπών σύμφωνα με το άρθρο 68, παράγραφος 2 του Συντάγματος και τον Κανονισμό της Βουλής στα άρθρα 144 και επόμενα; Κοιτάξτε τη μεγάλη αντίφαση που συνδέεται με την πρώτη παρατήρηση που έκανα και την πρωτοβουλία που ελήφθη.

Οι εξεταστικές επιτροπές, λοιπόν, δεν έχουν καμία αρμοδιότητα να απαγγείλουν κατηγορία. Ασκούν κοινοβουλευτικό έλεγχο για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος και υποχρεούνται να βοηθήσουν τη Βουλή των Ελλήνων, ανακαλύπτοντας την αλήθεια. Αυτό πράξαμε. Με δυσκολίες. Πάρα πολλές δυσκολίες. Με υπονομεύσεις.

Υπήρξαν περιπτώσεις, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, όπου εξεφράσθησαν απειλές εναντίον μελών της Επιτροπής. Γνωρίζουμε καλά τι έχει συμβεί. Πάνω από 5-6 μέλη δέχονταν απειλητικά και υβριστικά τηλεφωνήματα. Υπήρξαν συνάδελφοι που έγιναν αντικείμενο χλεύης πολιτικής και στημένων παιχνιδιών. Δεν ήταν εύκολη αυτή η υπόθεση. Γι’ αυτό αρνούμαι από την αρχή να δεχθώ ότι έγινε κάποια συγκάλυψη. Προσπαθήσαμε με το χέρι στην καρδιά, με όπλο μας το Σύνταγμα και την πίστη μας στον όρκο που δώσαμε απέναντι στην ελληνικό λαό. Τώρα είναι η ώρα της ευθύνης για άλλους.

Το πόρισμα αυτό έχει 5 αποδέκτες. Ο πρώτος αποδέκτης είναι η Κυβέρνηση, κύριε Υπουργέ, που όφειλε εδώ και πάρα πολύ καιρό –και ξέρετε ότι καταγράφω την άποψη αυτή όχι στα πλαίσια μιας στείρας αντιπολιτευτικής τακτικής αλλά στα πλαίσια προάσπισης του δημοσίου συμφέροντος- να έχει δώσει πάρα πολλές διεξόδους στη διαλεύκανση αυτού του τεράστιου πολιτικού και κοινωνικού σκανδάλου.

Να θυμίσω το εξής. Και θα το πω γιατί όλοι εδώ κρινόμαστε όχι από τις οβιδιακές μας μεταμορφώσεις αλλά από τη συνέπεια λόγων και έργων μας. Και επικαλούμαι και τη μαρτυρία των πρακτικών της Βουλής. Όταν μιλούσαμε για τη σύσταση της εξεταστικής επιτροπής είχα υποστηρίξει από το Βήμα αυτό ότι θα έπρεπε πριν πάμε στη συγκρότηση και την έναρξη των εργασιών λειτουργίας της Επιτροπής να έχει προετοιμαστεί με την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή, με το κατάλληλο ανθρώπινο επιστημονικό δυναμικό, να έχει γίνει όλη η προεργασία εκείνη από την πλευρά της Κυβέρνησης για δύο, τρεις, πέντε, έξι μήνες, ούτως ώστε οι 19 άνθρωποι που θα υλοποιούσαν την ομόφωνη εντολή της Βουλής να μπορούν να κάνουν καλύτερα τη δουλειά τους. Δεν έγινε αυτό.

Και σήμερα θα πρέπει να σας θυμίσω ότι πριν ένα χρόνο ακριβώς, τέλος Μαΐου- αρχές Ιουνίου -έχω εδώ στο σχετικό έγγραφο- στείλαμε μια ομόφωνη επιστολή στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης, στον κ. Πρόεδρο της Βουλής, στον κ. Πρωθυπουργό και τους αρχηγούς των κομμάτων. Ζητούσαμε αυτά που και σήμερα είναι ζητούμενα. Τι ζητούσαμε; Να προχωρήσει άμεσα –τότε, πριν ένα χρόνο και επικαλούμαι τη μαρτυρία όλων των συναδέλφων, γιατί ήταν ομόφωνη απόφαση- η Κυβέρνηση στον προσδιορισμό της ζημίας του ελληνικού δημοσίου από την παράνομη και την αντισυμβατική συμπεριφορά της Siemens. Ζητούσαμε στα πλαίσια των διακρατικών σχέσεων να επικοινωνήσει ο κ. Πρωθυπουργός με την Πρωθυπουργό της Γερμανίας και καθ’ οιονδήποτε τρόπο να «εκβιάσει», να απαιτήσει, να παρακαλέσει, τη βοήθεια της γερμανικής κυβέρνησης μέσω της Siemens που αποτελεί κεφαλαιώδες συστατικό και συνιστώσα της γερμανικής οικονομίας να μας δώσει τα ονόματα των προσώπων που εμείς διερευνούσαμε. Δηλαδή, εμείς τι διερευνούσαμε; Για υπουργούς και υφυπουργούς, όχι για κάποιους άλλους. Και ακόμα περιμένουμε.

Διερωτώμαι αγαπητέ, κ. Καστανίδη το εξής. Ποιος από την Κυβέρνηση έχει αυτή τη στιγμή την ευθύνη της διαχείρισης της κρίσης αυτής; Διότι όταν στείλαμε εμείς το έγγραφο στον κ. Πρωθυπουργό, ο κ. Παμπούκης, Υπουργός Επικρατείας, ήταν αυτός ο οποίος έκανε όλες τις έγγραφες ενέργειες. Αυτός ο οποίος απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις κοινοβουλευτικού ελέγχου. Κάμποσοι συνάδελφοι εδώ απ’ όλα τα κόμματα έχουν κάνει ερωτήσεις. Έχει γίνει και μια επίκαιρη επερώτηση από εμάς, τη Νέα Δημοκρατία, σε ότι αφορά στους όρους διορισμού του προέδρου της Invest in Greece, του κ. Συγγρού. Ποιος ήταν ο ρόλος του 12 χρόνια στη Siemens; Πώς βρέθηκε επικεφαλής του οργανισμού «Επενδύστε στην Ελλάδα»; Αν γνώριζε ο κ. Υπουργός το βιογραφικό του; Νομίζω κάποια στιγμή θα συζητηθεί. Ήταν υπεύθυνος διαχείρισης κρίσεων της Siemens και κάποια άλλα πράγματα που δεν είναι της στιγμής να αναφέρω.

Όμως σήμερα για τον απολογισμό των κυβερνητικών πρακτικών είναι προφανές ότι θα απαντήσετε εσείς αφού παρίσταστε εδώ. Όμως γνωρίζουμε από τη δημοσιοποίηση των κυβερνητικών ενεργειών ότι ο κ. Παμπούκης προΐσταται σ’ αυτό το διυπουργικό όργανο. Και προφανώς θα περιμένουμε να ακούσουμε και από εσάς το αποτέλεσμα της κλήσης που κάνατε στη Siemens, σε ότι αφορά στα πρόστιμα ή όποιες άλλες διαδικασίες έχουν προχωρήσει για το δικαστικό ή εξωδικαστικό κλείσιμο της υπόθεσης αυτής με την εταιρεία Siemens. Ζητήσαμε ακόμη τον έλεγχο του πόθεν έσχες για το σύνολο των Υπουργών και των Υφυπουργών της τελευταίας 20ετίας.

Υπάρχει ένα δεύτερος αποδέκτης του πορίσματος. Είναι η Βουλή των Ελλήνων. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, κανείς από εμάς δε μπορεί να έχει το ελαφρυντικό της μη μελέτης του πορίσματος. Οφείλει να το διαβάσει ο καθένας από εμάς. Το οφείλει όχι απέναντι στη Βουλή. Το οφείλει απέναντι στους ψηφοφόρους τους, απέναντι στους εντολείς του, ως μέλος της Εθνικής Αντιπροσωπείας και με το χέρι στην καρδιά να πάρει την απόφαση που πρέπει να πάρει.

Η Βουλή των Ελλήνων έχει μια τεράστια ευθύνη αυτή τη στιγμή. Αυτή η ευθύνη για μένα μπορεί να επεκταθεί και σε κάτι άλλο ακόμα: σε μια πολιτική υπέρβαση. Να μιλήσουμε ακόμα εδώ επώνυμα για ηθικό κολασμό των υπαιτίων. Να μιλήσουμε για εξοστρακισμό όλων εκείνων οι οποίοι διέφθειραν την εξουσία και κρυπτόμενοι πίσω από την οποιαδήποτε ασυλία του νόμου ή του Συντάγματος είναι στο απυρόβλητο, έχοντας ενδεχομένως πλουτίσει από τη διαχείριση της κρατικής εξουσίας.

Αυτή για εμένα είναι η λύση. Είναι ώρα ευθύνης για όλους αυτούς οι οποίοι φέρονται ότι αναμείχτηκαν. Όλοι έχουν το τεκμήριο της αθωότητας. Υπάρχει, όμως, και το άρθρο 86, παράγραφος 5 του Συντάγματος. Και είναι ο τρίτος αποδέκτης ευθύνης όλοι αυτοί οι οποίοι φέρονται ότι αναμείχτηκαν.

Υπάρχει κι ένας τέταρτος αποδέκτης που είναι η Δικαιοσύνη. Τιμώ και σέβομαι τη Δικαιοσύνη. Θεωρώ, όμως, ότι είναι αδιανόητο επί έξι χρόνια να μην έχει φτάσει καμία υπόθεση, να εκκαθαριστεί ποινικά, στα δικαστήρια. Επτά, οκτώ, δεν ξέρω πόσες δικογραφίες είναι. Και είναι όλες στο στάδιο της πρώιμης ή της ώριμης ανάκρισης.

Επιτέλους, ο ρόλος της Δικαιοσύνης θα πρέπει να είναι λυτρωτικός αυτή τη στιγμή. Δεν θα πρέπει να είναι απολογητικός. Ο ρόλος της Δικαιοσύνης θα πρέπει να είναι τέτοιος, ώστε να δώσει διέξοδο στα μεγάλα αδιέξοδα λειτουργίας όχι μόνο του πολιτικού συστήματος, αλλά και της Δικαιοσύνης.

Δεν κατηγορούμε κανέναν. Έχει ευθύνες το πολιτικό σύστημα. Έχουν ευθύνες οι εκάστοτε κυβερνήσεις που δεν τους δίνουν τα απαραίτητα εφόδια, αν θέλετε, από πλευράς υλικοτεχνικών υποδομών και άλλα. Δεν μπορώ, όμως, να αποδεχθώ σε καμιά περίπτωση, ότι επί έξι χρόνια δεν μπορεί να φτάσει κάποια υπόθεση στο ακροατήριο να εκκαθαριστεί ποινικά.

Υπάρχει κι ένας πέμπτος αποδέκτης που είναι τα πολιτικά κόμματα. Τα πολιτικά κόμματα οφείλουν, σε κάθε περίπτωση, κάνοντας την πολιτική υπέρβαση, να δημιουργήσουν εκείνες τις προϋποθέσεις, ούτως ώστε να εκκαθαριστούν όλες οι εκκρεμείς υποθέσεις των σκανδάλων, κυρίως σε ότι έχει να κάνει με την υφέρπουσα ή την πραγματική, αν θέλετε, υπόθεση της χρηματοδότησης των κομμάτων από μαύρο χρήμα.

Υπάρχει μία συγκεκριμένη περίπτωση, η περίπτωση του κ. Τσουκάτου. Η περίπτωση της Νέας Δημοκρατίας έχει κριθεί από τη δικαιοσύνη. Έχει αντιμετωπιστεί και δεν προέκυψαν επιλήψιμες διαδικασίες και στοιχεία.

Σε όσους ενδεχόμενα αναρωτιούνται, γιατί η Εξεταστική δεν ασχολήθηκε με τη ροή μαύρου χρήματος προς τα κόμματα, θέλω να πω ότι δεν είναι δουλειά της Επιτροπής να ασχοληθεί με τη χρηματοδότηση των κομμάτων. Τα κόμματα θα τα ελέγξει η αρμόδια Επιτροπή της Βουλής, η αρμόδια Δικαιοσύνη. Αν τυχόν είχαμε εμπλοκή Υπουργού ή Υφυπουργού ο οποίος χρηματοδοτούσε κόμματα, θα έπρεπε να παρέμβουμε.

Έχω, όμως, μία υποψία αν θέλετε, έναν ενδοιασμό. Άραγε, μήπως αναφέροντας τα κόμματα, κάποιοι επιτηδείως θέλουν να κρύψουν τις ατομικές ευθύνες πολιτικών προσώπων;

Κλείνω, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, έχω πλήρη πεποίθηση ότι προσέφερα στην ουσιαστική γνώση των πολιτικών γεγονότων, που θα ενισχυθούν από εκείνα τα οποία θα διαβάσετε εσείς στο πόρισμα. Κατέθεσα την αγωνία και τους προβληματισμούς μου. Έχω παραλείψει πάρα πολλά πράγματα. Είναι αδύνατον σε δεκαπέντε λεπτά κάποιος να πραγματευτεί ένα τόσο σοβαρό θέμα.

Ο σεβασμός, όμως, του Κοινοβουλίου –και θα κλείσω με αυτό- δεν μπορεί να χαρακτηρίζει ως θετικές πράξεις όπως του πρώην Πρωθυπουργού, του κ. Σημίτη. Είναι αδύνατον να πιστέψω ότι ένας άνθρωπος ο οποίος κυβέρνησε τον τόπο επί οκτώ χρόνια, δεν είχε την ευαισθησία που έπρεπε να βοηθήσει την επιτροπή, την ώρα που αγωνιωδώς ψάχναμε μόνοι μας να βρούμε λύση στα μεγάλα προβλήματα τα οποία είχε δημιουργήσει η Siemens με την παράλληλη βοήθεια της γερμανικής Δικαιοσύνης για το κλείσιμο των υποθέσεων στη Γερμανία, το κλείσιμο το αστικό και το ποινικό, για να κλείσουν όλα τα στόματα. Ήταν αδύνατον να βρούμε τη ροή του μαύρου χρήματος, διότι φτάσαμε σε ένα σημείο όπου πήγαιναν με βαλίτσες. Σε κάθε περίπτωση, θέλει περαιτέρω διερεύνηση η διαλεύκανση του σκανδάλου με βάση το Σύνταγμα και τους νόμους της Ελληνικής πολιτείας.

Δεν νομίζω, όμως, να αποτελεί τίτλο τιμής για τον κ. Σημίτη να μην επιλέγει τη μέθοδο ενημέρωσης του Προέδρου της Βουλής, αλλά το δελτίο Τύπου, για να μας κάνει κοινωνούς των απόψεών του. Διότι τελικά, εκείνο που κατάλαβα εγώ είναι ότι η χώρα παραδόθηκε στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα –αυτές είναι οι αλήθειες που πρέπει να πει ο κ. Σημίτης- στο μονοπώλιο της Siemens, στο μονοπώλιο της ΙΝΤΡΑΚΟΜ του κ. Κόκκαλη, για τον ΟΣΕ, για τον ΟΤΕ και όλα τα λοιπά τα οποία μεσολάβησαν για τις άλλες επίδικες υποθέσεις. Όλα αυτά θα πρέπει να λεχθούν. Και θα πρέπει να εξεταστούν από όλους μας με το χέρι στην καρδιά.

Ευχαριστώ πολύ για την υπομονή σας.»