«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συζητούμε σήμερα για τη χορήγηση ψήφου εμπιστοσύνης στην Κυβέρνηση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. Επισπεύδεται αυτή η συζήτηση επικαλούμενη η Κυβέρνηση το άρθρο 84 του Συντάγματος σε συνδυασμό με το άρθρο 141 του Κανονισμού της Βουλής. Μάλιστα, αυτό γίνεται ύστερα από τη δήλωση του Πρωθυπουργού.

Οφείλω, λοιπόν, να θυμίσω στα κυβερνητικά στελέχη τα οποία παρίστανται σήμερα στην Αίθουσα της Εθνικής Αντιπροσωπείας ότι η Κυβέρνηση σε τρεις περιπτώσεις μπορεί να το κάνει αυτό. Οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής κατά την ψήφισή της κατά τη διαδικασία των προγραμματικών δηλώσεων και υποχρεούται να το ζητήσει εντός δεκαπέντε ημερών. Ακόμα, έχει τη δυνατότητα να ζητήσει οποτεδήποτε άλλοτε την εμπιστοσύνη της Βουλής με γραπτή ή προφορική δήλωση του Πρωθυπουργού στη Βουλή.

Αξιότιμε κύριε Αντιπρόεδρε, δεν γνωρίζω αν έχει κατατεθεί η γραπτή δήλωση του Πρωθυπουργού στη Βουλή. Εάν έχει γίνει –και το γνωρίζετε εσείς- τότε έχει τηρηθεί το γράμμα του συνταγματικού νόμου. Όμως, επί της ουσίας ποια είναι άραγε η ανάγκη που ωθεί τον Πρωθυπουργό της χώρας να ζητήσει ψήφος εμπιστοσύνης και από ποιους; Από τα κόμματα της Αντιπολίτευσης ή από την κοινοβουλευτική του ομάδα; Γιατί δεν έκανε μια ψηφοφορία σ’ αυτήν την Αίθουσα και να ζητήσει ψήφος εμπιστοσύνης από την κοινοβουλευτική του ομάδα; Άρα, το πρόβλημα δεν αναφέρεται στην Εθνική Αντιπροσωπεία.

Το πρόβλημα, κύριοι Υπουργοί, οι οποίοι παρίσταστε εδώ, αναφέρεται στην κοινοβουλευτική σας ομάδα. Και θα μπορούσατε να είχατε αποφύγει όλη αυτήν την ταλαιπωρία της Εθνικής Αντιπροσωπείας -γιατί περί ταλαιπωρίας πρόκειται και περί επανάληψης των ίδιων πραγμάτων- και να ζητήσετε ψήφο εμπιστοσύνης. Στην ουσία για άλλη μια φορά αποδεικνύετε κατά την εκτίμησή μου κάτι άλλο. Αποδεικνύετε ότι μετατρέπετε το κομματικό σας πρόβλημα σε πρόβλημα κοινοβουλευτικό και θεσμικό. Δεν έχετε κανένα τέτοιο δικαίωμα.

Γιατί δεν κάνατε αυτήν την ψηφοφορία μεταξύ σας, αφού τα κουβεντιάσατε; Γιατί μας φέρνετε πάλι σήμερα εδώ ζητώντας ψήφος εμπιστοσύνης; Έχω την εντύπωση ότι κάνετε καταχρηστική άσκηση ενός συνταγματικού δικαιώματος του Πρωθυπουργού της χώρας.

Εδώ χθες ζήσαμε μια ιστορική στιγμή. Ο Πρωθυπουργός της χώρας δήλωσε από αυτό εδώ το Βήμα ότι έκανε μια προσωπική υπέρβαση. Τι μας είπε άραγε πλέον αυτού; Μας είπε ότι δεν υπάρχει ούτε κυβερνητική υπέρβαση, αλλά ούτε και κομματική και κοινοβουλευτική υπέρβαση. Με άλλα λόγια, ήταν κάτι προσωπικό του –δηλαδή η πρόταση που έκανε και κατά την οποία παραιτήθηκε για έξι ώρες και ζήτησε τη συγκυβέρνηση από τον κ. Σαμαρά και τη Νέα Δημοκρατία- το οποίο δεν αποδέχθηκε το Κόμμα του και η Κυβέρνηση. Ενδεχομένως κάποιοι από την Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ να το αποδέχονται. Πρόκειται για όλους αυτούς τους συναδέλφους που με αίσθημα ευθύνης έβγαιναν στις τηλεοράσεις ή στις εφημερίδες και έκαναν δηλώσεις.

Άρα, υπάρχει και ένα άλλο μείζον πολιτικό θέμα για σας που έγκειται στο ότι είστε αποκομμένοι από την κοινωνική πραγματικότητα. Μ’ αυτήν την πρόταση την οποία φέρατε να συζητήσουμε σήμερα στην Εθνική Αντιπροσωπεία, υπηρετείτε αδιέξοδα.

Για μένα αυτό δείχνει και κάτι άλλο. Δείχνει ότι υπάρχει πια μια σαφής διάσταση μεταξύ κυβερνητικού και κοινωνικού ΠΑΣΟΚ. Και δεν αναφέρομαι στην ελληνική κοινωνία. Τη γενικότερη απάντηση από την ελληνική κοινωνία θα την πάρετε στις εκλογές, οψέποτε κι αν γίνουν αυτές. Όμως, αυτή η διάσταση είναι δικό σας πρόβλημα και δεν έχετε κανένα δικαίωμα να το κάνετε πρόβλημα θεσμών.

Υπάρχει και ένα επιχείρημα γι’ αυτό. Ακόμα και την κυβερνητική Επιτροπή, η οποία έπρεπε να υπάρχει, την κάνατε μια Επιτροπή αποτελούμενη από τους εσωτερικούς ηγέτες, από τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ. Δεν περιλήφθησαν μέσα Υπουργοί με την καθ’ ύλην αρμοδιότητα την οποία έχουν, αλλά ένα διευθυντήριο το οποίο κρατάει υπό επιτροπεία τον Πρωθυπουργό της χώρας. Περί αυτού πρόκειται.

Σε ότι αφορά τώρα το μύθο της συναίνεσης, θα ήθελα να πω ότι κάποτε θα πρέπει να σταματήσουν αυτά τα φθηνά κόλπα της συναίνεσης. Ο καθένας μέσα σ’ αυτήν την Αίθουσα κρίνεται από τη συνέπεια των λόγων και των έργων του. Χρησιμοποιείτε συνεχώς το μόνιμο επιχείρημα που έγκειται στο ότι δραπέτευσε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Αναφέρθηκε σ’ αυτό νωρίτερα και ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας.

Θα ήθελα, λοιπόν, να σας θυμίσω τι έγινε το 2008 και το 2009. Έχετε πει στον ελληνικό λαό, όπως το είπαμε εμείς, ότι το 2008 είχαμε κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος; Τότε το αρνούσασταν και λέγατε ότι φταίει μόνο ο Καραμανλής, η κυβέρνησή του και η Νέα Δημοκρατία. Είναι ή δεν είναι αλήθεια αυτό το πράγμα; Και αυτά τα οποία ζητάτε σήμερα ως συναίνεση από τους Βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας, σας τα ζητούσαν αυτοί τότε και εσείς είχατε μια μόνιμη άρνηση.

Και ερχόμαστε στην πιο κρίσιμη ημερομηνία, στις ευρωεκλογές του 2009, τις οποίες κερδίσατε με πέντε μονάδες διαφορά με το σύνθημα «πολιτισμός και βαρβαρότητα» και όλα αυτά τα συναφή. Και την επόμενη μέρα ο νυν Πρωθυπουργός βγήκε και εκβίαζε και ζητούσε εκλογές. Ποιος παραιτήθηκε; Ποιος έσυρε τη χώρα τελείως ανεύθυνα σε μια προεκλογική περίοδο; Τι θέλατε να κάνει ο τότε Πρωθυπουργός; Να αφήσει τη χώρα να σέρνεται μέχρι το Φεβρουάριο που θα την οδηγούσατε σε εκλογές; Δική σας επιλογή ήταν αυτό το πράγμα, όπως δική σας επιλογή ήταν και η θέση που δεν πήρατε στα διάφορα «όχι» που είπε τότε αυτή η παράταξη.

Ποια ήταν η θέση σας, η θέση του κυρίου Παπανδρέου, στο «όχι» του Καραμανλή στο Σχέδιο Ανάν; Ποια ήταν η θέση σας στο «όχι» του κυρίου Καραμανλή και της Νέας Δημοκρατίας σε ότι αφορά την άρνηση να υποκύψει στους εκβιασμούς του Αμερικανού Υφυπουργού Εξωτερικών κ. Μπράιζα για τον Αγωγό Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη; Τι έλεγε ο σημερινός Πρωθυπουργός και το ΠΑΣΟΚ σε ότι αφορά το βέτο που είπε η Νέα Δημοκρατία για τα Σκόπια και την αναγνώριση του Κοσσόβου;

Ποια είναι η θέση σας, κύριοι Υπουργοί, σήμερα για τις εξαγγελίες της Τουρκίας σε ότι αφορά την προσπάθεια που κάνει να ακυρώσει την οποιαδήποτε ενεργειακή εθνική πολιτική της χώρας μέσα από την κατασκευή της νέας διώρυγας που θέλει να κάνει στο Βόσπορο;

Και θα κλείσω με κάτι τελευταίο, γιατί θέλω να είμαι συνεπής με το χρόνο. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, οι πολίτες μπορούν να ανεχθούν σκληρούς ηγέτες, όταν τους δίνουν όραμα, βάζουν στόχους και δίνουν ελπίδα. Ανήμπορους και κοντόφθαλμους ηγέτες που τους οδηγούν στην ανασφάλεια και τη δυστυχία, όπως οδηγεί σήμερα η κυβερνητική πολιτική και ο κύριος Πρωθυπουργός την Ελλάδα, δεν μπορούν να τους ανεχθούν ποτέ. Γι’ αυτό και δεν σας δίνουμε ψήφο εμπιστοσύνης.»