«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ανεβαίνω στο Βήμα σήμερα με πολύ βαρύ αίσθημα ευθύνης. Δεν θα πω το κοινότυπο, δηλαδή ότι ζούμε ιστορικές στιγμές. Ανεβαίνω στο Βήμα σεβόμενος τον όρκο μου, τον οποίο έδωσα πριν δυόμισι, τρία χρόνια σ’ αυτήν την Αίθουσα της Εθνικής Αντιπροσωπείας, για να καταγράψω κάποιες θέσεις όχι σπονδής σε έναν κακέκτυπο παρακμιακό λόγο, ο οποίος γίνεται με την ευθύνη της Κυβέρνησης και με διαδικασία μάλλον κοινοβουλευτική, η οποία δείχνει την παρακμιακή λογική των πραγμάτων, αλλά κυρίως σεβόμενος τη λαϊκή εντολή των συμπολιτών μου από τη Λακωνία.

Σήμερα κουβεντιάζουμε το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής και υποτίθεται ότι αναφέρεται ότι αυτό το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα είναι ενταγμένο σε ένα εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης της χώρας, σύμφωνα με τη ρητορεία του κυρίου Πρωθυπουργού, του κυρίου Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης και την εισηγητική έκθεση του συζητούμενου νομοσχεδίου.

Αναρωτιέμαι για το εξής: Σε ένα τέτοιο εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης λείπουν δύο πράγματα. Πρώτον, λείπει μία διάψευση προσδοκιών και εξαγγελιών της Κυβέρνησης σε ότι αφορά το δημοψήφισμα που δεν την ακούσαμε πουθενά. Το δεύτερο ζήτημα που κατά την εκτίμησή μου έχει μία τεράστια εθνική, κοινωνική και οικονομική σημασία, είναι το θέμα της λαθρομετανάστευσης. Πουθενά δεν ακούστηκε ούτε μία κουβέντα για το θέμα αυτό που έχει να κάνει με την εθνική υπόσταση της χώρας με συνέπειες κοινωνικές, εθνικές και οικονομικές.

Εγώ δεν είμαι οικονομολόγος. Όμως, διάβασα μία πρόσφατη προσέγγιση, η οποία αναβιβάζει το κόστος αυτής της έλλειψης κυβερνητικής πολιτικής σε ένα ποσό που ξεπερνά τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ.

Κύριε Υπουργέ, σας παραδίδουμε στην κρίση του ελληνικού λαού, στο ότι αποφεύγετε να πάρετε θέση για ένα τέτοιο μείζον θέμα, εφ’ όσον κουβεντιάζουμε για το εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης. Υποψιάζομαι ότι είστε πια σταθερά προσηλωμένοι στην υποταγή, στις μονομανίες του κυρίου Πρωθυπουργού, του κ. Αλιβιζάτου και της κ. Ρεπούση που με τα νομοθετήματα αυτά έχουν υπονομεύσει την προοπτική της ελληνικής κοινωνίας. Αυτή είναι μία πρώτη παρατήρηση.

Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με το ότι σήμερα ζήσαμε μία πλήρη αντίθεση στην κυριολεξία του όρου μεταξύ των λόγων του Πρωθυπουργού και των λόγων του αρμοδίου Αντιπροέδρου και Υπουργού Οικονομικών κ. Βενιζέλου.

Ο κύριος Πρωθυπουργός επέλεξε τη στρατηγική της έντασης, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν εξυπηρετεί τη σταθερότητα που χρειάζεται η χώρα και υπονομεύει την ασφάλεια.

Θυμίζω τι είπε σ’ αυτήν την Αίθουσα κάνοντας μία ολομέτωπη επίθεση στη Νέα Δημοκρατία. Είπε ότι ήταν καταστροφική η διακυβέρνηση της χώρας από τη Νέα Δημοκρατία. Το 2009 χρειαζόταν να ληφθούν τα διαρθρωτικά μέτρα και η Νέα Δημοκρατία καιροφυλακτεί να επωφεληθεί κομματικά από τη φθορά του ΠΑΣΟΚ. Ποιο είναι, λοιπόν, το συμπέρασμα που βγαίνει από την τοποθέτηση του κυρίου Πρωθυπουργού; Το συμπέρασμα είναι ότι πράγματι το 2009 υπήρχε οικονομική κρίση. Θυμάστε τι έλεγε τότε ο κ. Παπανδρέου; Κατηγορούσε την τότε κυβέρνηση ότι δεν υπήρχε καμία παγκόσμια οικονομική κρίση και ότι ήταν αποτέλεσμα της δικής της κακής πολιτικής. Αυτά δεν έλεγε;

Δεν ισχυριζόταν τότε και υπερασπιζόταν οτιδήποτε ήταν εναντίον της Νέας Δημοκρατίας; Πώς μπορεί να ισχυρίζεται κάποιος ότι η χώρα χρειαζόταν το 2009 διαρθρωτικά μέτρα και ο ίδιος να υποστηρίζει μαζί με τον κ. Παπακωνσταντίνου ότι παραδίδαμε τα λιμάνια στους Κινέζους, τα αεροδρόμια στους Άραβες και τον ΟΤΕ στους Γερμανούς; Πότε, λοιπόν, έλεγε ψέματα ο κ. Παπανδρέου; Τότε ή τώρα;

Όμως, η μεγαλύτερη διάψευση του Πρωθυπουργού της χώρας ήρθε από τον ίδιο τον Αντιπρόεδρο, ο οποίος έκανε εδώ δύο επισημάνσεις. Πρώτον, αναγνώρισε ότι υπάρχει έμμεση συναίνεση μιλώντας συγκεκριμένα για εικονική έλλειψη συναίνεσης, γεγονός που σημαίνει ότι απεδέχθη πως οι προτάσεις της Μείζονος Αντιπολίτευσης ήταν στρατευμένες στη λογική της συναίνεσης, ανεξάρτητα από το αν θα τις έκανε δεκτές η Κυβέρνηση.

Και είπε και κάτι άλλο ακόμα. Δεν υποστήριξε ποτέ ότι υπήρχε η αποκλειστική ευθύνη της διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Υποστήριξε ότι το ΠΑΣΟΚ είναι θύμα της δημοσιονομικής συγκυρίας που την αντιμετωπίζει σηκώνοντας το σταυρό του πολιτικού μαρτυρίου.

Θα αποφασίσετε, κύριοι συνάδελφοι του ΠΑΣΟΚ, τι από τα δύο συμβαίνει; Αυτά που λέει ο κ. Παπανδρέου ή αυτά που λέει ο κ. Βενιζέλος;

Κι επειδή το ψέμα έχει κοντά πόδια, εδώ βαρύνεται ο κ. Παπανδρέου με δύο-τρία συγκεκριμένα πράγματα: Το 2009, παρότι υπήρχε παγκόσμια οικονομική κρίση, παρότι αντιμετωπίζαμε σοβαρά προβλήματα ως χώρα, ως έθνος, ως κοινωνία, ως ελληνική οικονομία, έσυρε τη χώρα στις εκλογές. Υπάρχει μεγαλύτερη έλλειψη ευθύνης από αυτήν την τακτική;

Στις Ευρωεκλογές του Ιουνίου του 2009, όταν ισχυριζόταν εκείνο το περίφημο «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα», την άλλη μέρα εκβίαζε το τότε πολιτικό σύστημα και την τότε διακυβέρνηση ότι θα πάμε σε εκλογές.

Και πότε θυμήθηκε την ευθύνη πια; Όταν η τότε κυβέρνηση το 2009 μιλούσε για μέτρα, όταν μιλούσε για την ανάγκη να σταματήσουν οι αυξήσεις των συντάξεων, των μισθών και να συνεχιστούν τα διαρθρωτικά μέτρα και ο ίδιος επέλεξε την τακτική αυτή την οποία επέλεξε και μας οδήγησε εδώ που μας οδήγησε; Και τι κάνει αυτή τη στιγμή; Μετατρέπει το Εθνικό Κοινοβούλιο σε ένα πρόβλημα εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ.

Θα ήθελα να πω και κάτι άλλο ακόμα. Στη πολιτική αναμόρφωση την οποία επαγγέλλεται και είναι γραμμένη μέσα στην Εισηγητική Έκθεση, απουσιάζει πάλι κι εκεί το δημοψήφισμα. Όμως, δεν μπορεί κάποιος πια να ξεγελάει τον ελληνικό λαό. Δεν μπορεί στις πλάτες της χειμαζόμενης ελληνικής κοινωνίας να παίζει πια παιχνίδια.

Αγοράζει χρόνο σήμερα και η μείζων δέσμευση που πρέπει να επιτύχει από την Ευρωπαϊκή Ένωση ο κ. Βενιζέλος –γιατί περί αυτού πρόκειται πια, όχι περί του κυρίου Πρωθυπουργού- είναι να διασφαλίσει τα συμφέροντα του ελληνικού λαού, ότι δεν θα μας εγκαταλείψουν το 2013 και το 2014. Κι αν ο κ. Βενιζέλος δεν έβαλε στον τόκο τα προσόντα του –ο ίδιος το είπε- οφείλει να βάλει τα προσόντα του στην υπηρέτηση των πραγματικών συμφερόντων του ελληνικού λαού.

Θα κλείσω με μία παρατήρηση. Δεν είναι μονόδρομος αυτή η τακτική και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι η κυβερνητική πολιτική προέκυψε με τον τελευταίο ανασχηματισμό. Υπάρχει μία προϊστορία δύο χρόνων. Την ξεχάσατε; Ούτε μπορεί κανείς να σας δώσει άλλοθι ή συγχωροχάρτι ή λευκό χαρτί για ότι σχεδιάζετε σε βάρος του ελληνικού λαού.

Όσο είναι καιρός ακόμα στρατευθείτε στη λογική της ουσιαστικής αναδιάρθρωσης της χώρας, της οποίας της λείπει ένας μηχανισμός.

Όλα αυτά είναι καλά. Να σας αναγνωρίσουμε καλές προθέσεις. Όμως. με ποιο μηχανισμό θα πάτε; Με ποια δημόσια διοίκηση θα πάτε; Με ποια αυτοδιοίκηση θα πάτε;

Υπάρχει εξ αντικειμένου η δυνατότης αυτή η κακή διοίκηση –για την οποία δεν φταίνε οι δημόσιοι υπάλληλοι- αυτή η αυτοδιοίκηση που στερείται, από τις απρονοησίες τις πολιτικές του κυρίου Ραγκούση, όλες τις θεσμικές, τις οικονομικές και προσωπικές προϋποθέσεις, από πλευράς ανθρώπινου δυναμικού να λειτουργήσει; Σε ποιόν τα λέτε αυτά τα πράγματα; Αλήθεια πιστεύετε ότι με αυτόν το μηχανισμό μπορείτε να κάνετε κάτι; Με πολύ μεγάλη λύπη μου θα καταγράψω την άποψη, ότι δυστυχώς είμαι υποχρεωμένος να καταψηφίσω αυτήν την πρόταση την οποία φέρνετε.»